Greek Albanian Arabic Bulgarian Chinese (Simplified) Danish Dutch English French German Hebrew Hindi Italian Japanese Persian Portuguese Russian Spanish Thai Turkish

Arakna Static Pages

ergoxeiroΓράφει η
 
Νατάσα Καλιακούδα
 
Ιστορικός της Τέχνης-Διακοσμήτρια
 
Αναζητώντας κανείς να μάθει περισσότερα για την κουλτούρα ενός έθνους, πρέπει να ρίξει μια ματιά στη λαογραφία του, καθώς εκεί υπάρχουν πληροφορίες για πράγματα που δεν είναι καθόλου μόνο αυτό που φαίνονται.Ένα από αυτά είναι και το κέντημα.
 
Αρκετοί, ακούγοντας τη λέξη κέντημα, φαντάζονται μια πληκτική διαδικασία ραψίματος μιας κλωστής πάνω σ’ ένα ύφασμα, από μια αργόσχολη νοικοκυρά προσπαθώντας να σπάσει τη βαρεμάρα της καθημερινότητάς της. Η αλήθεια είναι όμως, πως η ιστορία και η τέχνη του κεντήματος δεν είναι καθόλου βαρετή!
 
Ιστορικά, είναι ίσως μια από τις πρώτες μορφές τέχνης, καθώς χρονολογείται από παλιότερα από το 3000 π. Χ. Αφού εφευρέθηκε η βελόνα και η κλωστή το κέντημα χρησιμοποιήθηκε για αισθητικούς σκοπούς, για διακόσμηση, και μάλιστα από τους άντρες! Στους αρχαίους πολιτισμούς τα κεντήματα και τα εργόχειρα παρασκευάζονταν αυστηρά από ταλαντούχα αγόρια που έπρεπε να μάθουν την τέχνη από έναν αρχιτεχνίτη και να μαθητεύσουν κοντά του τουλάχιστον δέκα χρόνια προτού την εξασκήσουν μόνοι τους.
 
Η τέχνη του κεντήματος δεν είναι μόνο παλιά αλλά είναι κι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου που εξασκούνταν το ράψιμο. Οι σκοποί που εξυπηρετεί σε κάθε μια κοινωνία όμως, είναι μοναδικοί. Διαφορετικοί πολιτισμοί γέννησαν διαφορετικά είδη κεντημάτων με ιδιαίτερα σχέδια, περίπλοκα μοτίβα και σπάνιες κλωστές και μάλιστα μερικά από αυτά είναι τόσο πολύπλοκα, που χρειάζονται χρόνια ολόκληρα για να αναπαραχθούν.
 
Στην Ελλάδα το κέντημα κάνει την εμφάνιση στα τέλη του 17ο αιώνα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ενδυμασία και το συμβολικό της περιεχόμενο. Όταν ο γυναικείος πληθυσμός των προυχόντων κοινωνικών στρωμάτων άρχισε να εγκαταλείπει σταδιακά τις οθωμανικές φορεσιές, θέλησε να δείξει με έναν νέο τρόπο τον πλούτο και την οικονομική άνεση που είχε για σπατάλη, στο ντύσιμό τους. Το κέντημα που εμφανίζεται στα ρούχα τους, είναι αυτό που συμβολίζει τον άπλετο χρόνο για δημιουργία πραγμάτων με περιορισμένη την πρακτική τους λειτουργία. Πρόκειται για μια πολιτισμική παραγωγή των άεργων εκπροσώπων του γυναικείου φύλου, προνόμιο που ανήκε αποκλειστικά στα ανώτερα στρώματα, και το κέντημα μαζί με τα κοσμήματα επιδείκνυαν αυτήν την πολυτέλεια.
 
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα το κέντημα υιοθετήθηκε ως επίδειξη πλούτου και από την νεοανερχόμενη αστική τάξη, συνδέθηκε άρρηκτα με την πολιτιστική τους συμπεριφορά και άρχισαν να διακοσμούν τα σπίτια τους μ’ αυτά. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα κεντημένα πράγματα αποτέλεσαν συστατικά στοιχεία των προικιών των περισσότερων γυναικών και μάλιστα, ως ένα επίπεδο, από αυτά τα πράγματα αξιολογούνταν και η ίδια η γυναίκα. Είναι αυτά που την όρισαν ως νύφη και ως σύζυγο- νοικοκυρά στη συνέχεια. Μια νοικοκυρά η οποία ήταν ικανή, επειδή μπορούσε να ξοδέψει χρόνο, δυνάμεις και χρήμα για μια παραγωγή αγαθών χωρίς λειτουργική αξία.
 
Στις αρχές του 20ου αιώνα όταν η γυναικεία μόδα άρχισε να μιμείται την αντρική, το κέντημα εμπορευματοποιήθηκε κατά κάποιον τρόπο και διαδόθηκε σαν δραστηριότητα και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα μέσα από την εκπαίδευση. Έτσι το κέντημα έγινε λαϊκό φαινόμενο και προϊόν της κυρίαρχης ελληνικής κουλτούρας ως αντίληψη, ως σχέδιο αλλά και ως τεχνική που αναγνωρίζεται ακόμα και στις μέρες μας.
bukovina rug design 2Οι αργαλειοί και τα υφαντά, τα παλιά χρόνια, βασικά ήταν μια οικιακή βιοτεχνία πολύ μεγάλης αξίας και χρησιμότητας. Έπειτα ήταν και μια χωριάτικη γραφικότητα.
 
Πρέπει να θυμηθούμε ότι οι πρόγονοί μας, σαν οικογενειάρχες, σ' αυτό το μικρό ξύλινο εργαλείο στήριζαν την υπόστασή τους, βοηθήθηκαν στον δύσκολο αγώνα της τότε ζωής. Και είναι σίγουρα γνωστό ότι και το έργο αυτό, η τεραστίας σημασίας εργασία αυτή ήταν προσφορά των γυναικών. Χωρίς τους αργαλειούς, πως θα ντύνονταν μισή ντουζίνα παιδιά και πως θα αγοράζονταν ο ρουχισμός του σπιτιού; Παντελόνια, πουκάμισα, εσώρουχα, φουστάνια, νυχτικά, πετσέτες, πεσκίρια, σεντόνια, κουβέρτες, στρωματόπανα, προσκεφαλάδες, τραπεζομάντιλα, κιλίμια, κουρελούδες και τόσα άλλα.
 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παλιά, τα κορίτσια όταν παντρεύονταν έπρεπε να έχουν τα προικιά τους: δύο - τρία και τέσσερα κάρα ρουχισμό, που τα έφτιαχνε η μάνα τους και η ίδια η κοπέλα στον αργαλειό του σπιτιού της. Και μπορούμε να πούμε ότι μαζί με αυτόν τον ρουχισμό, που ετοιμάζονταν από πολύ νωρίς, πλέκονταν και οι ελπίδες και τα όνειρα τις κάθε κοπέλας για τον "καλό" της και για την νέα ζωή που θα έφτιαχνε, τη ζωή της παντρεμένης.
 
Κάθε σπίτι είχε τον μικρό ή μεγάλο αργαλειό του, στο κατώι, στη σοφίτα, στο παράσπιτο, ή και κάπου αλλού. Πλάι σ' αυτόν έστεκε η δρούγα και η ανέμη, που η μάνα ή η κυρά ετοίμαζε τα νήματα ή τα καρούλια για να μπουν στις σαΐτες για την ύφανση.
 
Η δουλειά του αργαλειού ήταν ολόκληρη διαδικασία. Ξεκινούσε από τη ρόκα, τη βαφή των νημάτων, τα καρούλια και τόσες άλλες μικροδουλειές ανάλογα με το ρούχο που έπρεπε να υφανθεί: μεταξωτά, μάλλινα, πάνινα, κουβέρτες, κουρελούδες κλπ. Και είναι γνωστό ότι δεν είχαν τελειωμό όλες αυτές οι δουλειές, μαζί με το σχέδιο που έπρεπε να κάνει η υφάντρα για το ρούχο που θα έφτιαχνε. Τα σχέδια αυτά τις πιο πολλές φορές ήταν μυστικά, γιατί η κάθε υφάντρα ήθελε να βγάλει ένα καινούριο ρούχο, καλύτερο από τα ρούχα των άλλων.
 
Η δουλειά του αργαλειού γινόταν ακανόνιστα, όποτε άδειαζε η νοικοκυρά. Συστηματικά όμως το βράδυ και το πρωί, πριν ξημερώσει η μέρα και πριν ξεκινήσει για τις άλλες δουλειές του σπιτιού. Πολλές φορές γίνονταν νυχτέρια με το κρεμασμένο λυχνάρι πάνω στον αργαλειό, με την μάνα και την κυρά πλάι (η μια στην ανέμη και η άλλη στη ρόκα) και τα παιδιά κατάχαμα σ' ένα σάισμα ν' ακούνε παραμύθι ή να κουτουλάνε. Όχι σπάνια η δουλειά της υφάντρας συνοδευόταν και από ωραία και με σημασία τραγούδια, όπως τα έχει απαθανατίσει η Λαϊκή μας Μούσα στα σχετικά δημοτικά μας τραγούδια.
 
Τα ρούχα που φτιάχνονταν ήταν όμορφα, γερά και φτηνά. Στόλιζαν τις σάλες, τις κρεβατοκάμαρες, τα μπαλκόνια των σπιτιών και βεβαίωναν την εργατικότητα και την νοικοκυροσύνη των γυναικών της κάθε οικογένειας. Βεβαίωναν ακόμα το μόχθο και την ανεκτίμητη προσφορά τους στον αγώνα της ζωής των δύσκολο εκείνο καιρό

penelope20painter203bΩς αργαλειός νοείται οποιαδήποτε μέθοδος ή μηχανισμός που χρησίμευε για το τέντωμα των στημονιών ώστε να περνούν ανάμεσά τους τα υφάδια.

Σχηματικά οι τύποι των αργαλειών στις περιοχές της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης είναι ο οριζόντιος αργαλειός εδάφους, ο κάθετος αργαλειός και ο κάθετος αργαλειός με βάρη.

Ο κάθετος αργαλειός παρουσιάζεται το 16ο αιώνα στην Αίγυπτο σε αντικατάσταση του οριζόντιου αργαλειού, αλλάζοντας την κατεύθυνση των στημονιών που τώρα τεντώνονται κάθετα προς το έδαφος μεταξύ δύο δοκαριών, ενώ προστίθεται επίσης και ένα σταθερό πλαίσιο. Η ευκολία του στημονιάσματος στον κάθετο αργαλειό, σε συνδυασμό με την άνετη στάση του υφαντή πρέπει να είναι οι λόγοι της αντικατάστασης του οριζόντιου αργαλειού από τον κάθετο.

 

Η προστάτιδα του αργαλειού και της υφαντικής τέχνης, σύμφωνα με τον αρχαίο ελληνικό μύθο, ήταν η «Εργάνη Αθηνά». Και να τις ακριβώς αναφέρει αυτός ο μύθος:

Ήταν κάποτε μια κοπέλα πολύ προικισμένη. Αράχνη τη λέγανε. Όλοι θαύμαζαν την τέχνη της στον αργαλειό και στο κέντημα. Καμιά άλλη υφάντρια δεν μπορούσε να τη συναγωνισθεί. Γι’ αυτό η Αράχνη παινευόταν πως ξεπερνούσε με την υφαντική της τέχνη ακόμα και την προστάτιδα της υφαντικής, την «Εργάνη Αθηνά». Μια φορά όμως, η θεά, μεταμορφωμένη σε γριά, επισκέφθηκε την Αράχνη στο εργαστήρι της και της είπε.

- Καλά θα κάνεις να ‘σαι πιο μετριόφρονη και σεμνή απέναντι της θεάς, που δίδαξε στους ανθρώπους την υφαντική τέχνη.

- Εγώ την τέχνη την έμαθα μόνη μου, καυχήθηκε η Αράχνη. Αν τολμάει η Αθηνά ας έρθει να διαγωνισθούμε ποια θα υφάνει το λεπτότερο ύφασμα με το ωραιότερο κέντημα.
 
Ύστερα από λίγες μέρες, η Αθηνά ξαναπήγε στο εργαστήρι της. Τη βρήκε να κεντά πάνω σε λεπτό ύφασμα παραστάσεις των ολύμπιων θεών. Το κέντημα ήταν, πράγματι, υπέροχο, που προκάλεσε τη ζήλια της θεάς και της το ξέσχισε σε κουρέλια. Η Αράχνη δεν μπόρεσε να βαστάξει την προσβολή και κρεμάστηκε από το ταβάνι.
 
- Καταραμένη να ‘σαι! της φώναξε η θεά και με το θεϊκό της ραβδί τη μεταμόρφωσε σε έντομο. Έτσι κρεμασμένη, πρόσταξε, να εξακολουθείς να υφαίνεις παντοτινά και ποτέ να μη στεριώνουν τα υφάδια σου και πάντα να ξεσχίζονται.
 
Από τότε, η Αράχνη, κρεμασμένη στα ταβάνια των σπιτιών και στα κλαδιά των δένδρων, υφαίνει το λεπτό ιστό της.
 
Κάποια εξαρτήματα του αργαλειού λέγονται μιτάρια. Πρόκειται για δικτυωτά πλέγματα νημάτων που είναι στερεωμένα σε δυο λεπτές σανίδες με σταθερή θέση. Λέγονται μιτάρια επειδή το νήμα είναι ο αρχαίος μίτος (κουβάρι κλωστής), που, σύμφωνα με τη μυθολογία,  η Αριάδνη χάρισε στο Θησέα, προκειμένου να τον διευκολύνει, ώστε ξετυλίγοντας το, να το ακολουθήσει ανάδρομα, βρίσκοντας έτσι τη διέξοδο του Λαβύρινθου, όπου θα έμπαινε για να σκοτώσει το Μινώταυρο.
 
Ένας νεότερος μύθος κάνει λόγο για μια ιστορία που η κόρη Αράχνη είχε άρρωστη τη μάνα της και παρ’  όλο το κάλεσμα δεν πήγε να τη δει. Ακόμα, κι όταν η δόλια πέθαινε και την κάλεσε να ‘ρθει κοντά της για στερνή φορά, η Αράχνη της απάντησε πως δεν ευκαιρούσε, επειδή ύφαινε στον αργαλειό της. Και η μάνα την καταράστηκε να μεταμορφωθεί σε έντομο κι όλη της τη ζωή να υφαίνει τον ιστό της.
 
Ο αργαλειός είναι από τα αρχαιότερα εργαλεία. Τον χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι στα 4.500 π.Χ.  σύμφωνα με μαρτυρίες  που βρέθηκαν σε τύμβους και ασφαλώς η χρησιμοποίησή του έχει βαθύτερες ρίζες.
 
Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γνώριζαν άριστα τη χρήση του αργαλειού και την υφαντική τέχνη. Ύφαιναν λινά υφάσματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για τη μουμιοποίηση των βασιλιάδων Φαραώ καθώς και των ιερών ζώων.
Ο αργαλειός ως οικειακό εργαλείο είναι αρχαιότατο και αναφέρεται από τον Όμηρο ως ιστός. Συγκεκριμένα,  ο Όμηρος στην Οδύσεια (β 96-110) αναφέρει, σε ελεύθερη μετάφραση:
 
«Η Πηνελόπη έστησε στην καμαρά της αργαλειό κι ύφαινε τρία χρόνια ένα πανί ολοκέντητο, σάβανο του γέροντα Λαέρτη. Κι έλεγε πως, όταν θα τελείωνε, τότε θα παντρευόταν κάποιον από τους μνηστήρες. Όμως όλη τη μέρα ύφαινε το ατέλειωτο πανί της κι όλη τη νύχτα ξήλωνε, κάτω από το φως μιας δάδας. Τρία χρόνια κράτησε αυτό το τέχνασμά της, ώσπου μια δούλα το μαρτύρησε κι έτσι αναγκάστηκε και τελείωσε το ατέλειωτο υφαντό της».
 
Ηλακάτη ονόμαζαν στην αρχαιότητα τη ρόκα, εξάρτημα με το οποίο έγνεθαν το μαλλί, μετατρέποντάς το σε κλωστή για να υφάνουν στον αργαλειό. Εκτός από τους ανθρώπους, την ηλακάτη την χρησιμοποιούσαν και οι τρεις μοίρες που, σύμφωνα με το μυθολογία, έγνεθαν το νήμα της ζωής και της τύχης του νεογέννητου. Η ηλακάτη ήταν και το θεϊκό σύμβολο της Εργάνης Αθηνάς που έγνεσε και ύφανε το πέπλο της Ήρας.
 
Ο Όμηρος θεωρεί τη ρόκα χρήσιμο δώρο και συγκεκριμένα τονίζει: «Στην ωραία  Ελένη χάρισαν πολύτιμα  δώρα και μια χρυσή ρόκα». Ακόμα, από την Ιλιάδα μαθαίνουμε ότι την ηλακάτη χειριζόταν θαυμάσια η θεά Καλυψώ, η μάγισσα Κίρκη και ασφαλώς η Πηνελόπη του Οδυσσέα.
 
Την εποχή του Βυζαντίου ο αργαλειός γνώρισε μεγάλες δόξες και τιμές, αφού ήταν γνωστά και τα μεταξωτά νήματα υφαντικής. Στη ρωμαϊκή εποχή το γνέσιμο και ο αργαλειός ήταν αποκλειστικές ασχολίες της  γυναίκας.
 

Το ταίρι του Οδυσσέα, που χρόνιζε στα ξένα, για γυναίκα 

γυρεύαμε΄ μα αυτή, που οχτρεύουνταν το γάμο, μήτε, αρνιόταν 
μηδέ τον τέλευε, τι θάνατο κακό μας μελετούσε.
 
Κι αυτός ο δόλος ο άλλος που 'βαλε στα φρένα της μιά μέρα!
Τρανό αργαλειό στο ανώι της έστησε και κίνησε να υφάνει
πανί μακρύ πολύ, ψιλόκλωστο, κι αυτά μας είπε τότε:
 
Εσείς οι νιοί που με γυρεύετε, μια κι ο Οδυσσέας εχάθη,
για καρτεράτε με, κι ας βιάζεστε για γάμο, να τελέψω
καν το διασίδι αυτό, τα νήματα να μη μου παν χαμένα.
 
Του αρχοντικού Λαέρτη σάβανο το φτιάνω, για την ώρα
που θα τον πάρει ο ανήλεος θάνατος κι η ασβολωμένη μοιρα'
να μη βρεθεί στον κόσμο Αργίτισσα μαζί μου να τα βάλει,
τάχα πως κοίτετοα ασαβάνωτος, κι ας είχε τόσα πλούτη.
Έτσι μας μίλησε, κι η πέρφανη καρδιά μας τ᾿ αποδέχτη.
Κι εκείνη όλη τη μέρα δούλευε το ατέλειωτο πανί της.
 
 

argaleios1897 00330Εμπρός στα υπερσύχρονα υφάσματα με την αόρατη ύφανση, ο αργαλειός με τις καθαρές του ευδιάκριτες πλέξεις, μοιάζει αρχαίος. Και όντως είναι!   Η ιστορία του αργαλειού ξεκινά ήδη από τα μέσα της 7ης χιλιετίας, ενώ προστάτιδα της υφαντικής τέχνης κατά την αρχαιότητα φαίνεται να είναι η Θεά Αθηνά, γι’ αυτό ονομαζόταν και «Εργανή Αθηνά».

Επίσης όλα τα μινωικά και μυκηναϊκά ανάκτορα της 2ης χιλιετίας διέθεταν εργαστήρια με κατακόρυφους αργαλειούς. Πρώτες αναφορές έχουμε από τον Όμηρο, ο οποίος τον αναφέρει ως ιστό (ραψωδία α:- Πηνελόπη –Μνηστήρες). Η Πηνελόπη ύφαινε τη μέρα και ξεΰφαινε τη νύχτα για να ξεγελά έτσι τους «μνηστήρες», που την περίμεναν να τελειώσει το «διασίδι» της.

Η σχέση με τον αργαλειό βέβαια συνεχίστηκε αδιάκοπη και τα μετέπειτα χρόνια και είναι πολλά τα δημοτικά τραγούδια που μεταφέρουν το κλίμα και τη σχέση της υφάντρας με τον αργαλειό της.  « Κι όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ, το πέταλό σου κάνει     και το πανί σου κι η απαντή σου, σε πειρασμό με βάνει….!!» (Μουντάκης / Κρήτη) «Πέτα σαΐτα μου γοργή με το ψηλό μετάξι, να ‘ρθει ο καλός μου τη Λαμπρή να βρει χρυσά ν’ αλλάξει. Τάκου τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου. Μαντήλι από το δάκρυσμα δεν του ‘μεινε στα ξένα, αρχοντοπούλες τον ζητούν κι αυτός πονεί για μένα. Τάκου τάκου στην αυλή μου, ώσπου να ‘ρθει το πουλί μου.» (Σκοποί/ Σοφία Βέμπο 1947)

Την μεγαλύτερη άνθηση της, η ελληνική υφαντική την γνώρισε το 18ο και 19ο αιώνα, με την γενική αναγέννηση του Ελληνισμού.   Κατά τους νεότερους χρόνους ο αργαλειός ήταν το πιο απαραίτητο και πολυτιμότερο εργαλείο για το κάθε νοικοκυριό. Στην Κρήτη ο αργαλειός ονομαζόταν αργαστήρι δηλ. εργαστήριο. Ο αργαλειός κάλυπτε όλες τις ανάγκες της οικογένειας, από είδη ρουχισμού μέχρι και κλινοστρωμνές και μέσω αυτού οι κοπέλες των χωριών ύφαιναν την προίκα τους για το γάμο τους.

Τα έργα διακρίνονταν για τους χρωματικούς τους συνδυασμούς και τον πλούτο των διακοσμητικών τους θεμάτων. Οι κύριες πρώτες ύλες για την ύφανση ήταν κυρίως το πρόβειο μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι, προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα και αυτό γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Μετά τη νηματοποίηση έπρεπε το νήμα να βαφτεί με χρώματα που προέρχονταν από ρίζες, φύλλα ή καρπούς. Από το ριζάρι (= φυτό) έβγαζαν το ονομαστό κόκκινο χρώμα, οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών δίνουν το μαύρο, το λουλάκι, το γαλάζιο και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί. Στη συνέχεια έβραζαν τα νήματα σ’ αυτά τα χρωματικά διαλύματα, ρίχνοντας λίγο λάδι, ξύδι και αλάτι για να μην ξεβάφουν.  

Ακολουθώντας την ιδιαίτερη καλλιτεχνική της αντίληψη, η κάθε περιοχή δημιούργησε τη δική της ξεχωριστή παράδοση επάνω στα κιλίμια. Τα κιλίμια της κάθε περιοχής ξεχωρίζουν για το χρώμα τους, τα σχέδια τους και ήταν συνδεδεμένα με την ιστορία της, τη γεωγραφία και τον πολιτισμό της. Τα σχέδια ποικίλουν από πολύ απλά με γεωμετρικά ή θρησκευτικά σύμβολα έως πολύ διακοσμημένα με λουλούδια και ζωικά μοτίβα. Αυτά τα μοτίβα συχνά είναι πολύ χαρακτηριστικά και προσδιόριζαν το όνομα των κιλιμιών. Τα περισσότερα κιλίμια υφαίνονται και αφήνονταν ως κληρονομία για τις επόμενες γενιές. Από τα πιο εντυπωσιακά έργα της κεντητικής αποτελούν τα «Πολύμορφα και Πολυώνυμα κιλίμια» για τον τοίχο, που στολίζουν τους εσωτερικούς χώρους των αιγαιοπελαγίτικων και βορειοελλαδίτικων σπιτιών.

Εξίσου πανέμορφες «οι Κόκκινες Πατανίες» της Κρήτης με τις στενές πλευρές τους. Αποτελούν ένα από τα ωραιότερα δείγματα της νεοελληνικής υφαντικής. Ας αναφερθεί ότι τα τρίφυλλα κλινοσκεπάσματα ακόμη στολίζουν τους τοίχους του σπιτιού της νύμφης την ημέρα του γάμου σε κάποια χωριά. Τα ωραιότερα δείγματα αυτής της υφαντικής τεχνοτροπίας προέρχονται από τα χωριά Κισσάμου της Δυτ. Κρήτης. Τα «Γερακίτικα κιλίμια» αναφέρονται ακόμη και σε προικοσύμφωνα και για την ποιότητα κατασκευής τους και τα εμπνευσμένα παραδοσιακά τους σχέδια οι Γερακίτικοι τάπητες έχουν κερδίσει διεθνή βραβεία και επαίνους.

Σήμερα αποτελούν βασική υποδομή στην παραδοσιακή διακόσμηση ενός σπιτιού. Πλέον οι γυναίκες υφαίνουν παραδοσιακά και διαθέτουν τα κιλίμια τους σε διάφορα μόνιμα  εκθετήρια ή εκτίθενται σε μουσεία λαϊκής τέχνης. Τα κομψά δημιουργήματα της λαϊκής αυτής τέχνης πέρα από την χρηστική τους αξία ήταν και ένας τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης των γυναικών, γιατί κυρίως οι γυναίκες ύφαιναν, αφήνοντάς μας μια πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά την οποία και μπορούμε να συνεχίσουμε.

argalios 1Το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήτανε ο αργαλειός. Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοστρωμνής.

Το στήσιμο του αργαλειού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Ήθελε σταθερότητα και ζύγισμα, για να μη μετατοπίζεται με τα τραντάγματα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού o αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγιάτια (μπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωματίου στο σπίτι.

Ο αργαλειός φτιαχνόταν από τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα δέντρου, που συνδέονταν και με άλλα ξύλα, με ειδικούς αρμούς και είχε τα έξης εξαρτήματα:

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό αντί, που είχε το νήμα. Αυτό τοποθετείται απέναντι από την υφάντρα. Το νήμα αυτό χωρισμένο από τον γκάρδιο (σιδερένια βέργα), σχηματίζει 2 επιφάνειες, οι οποίες πέρναγαν μέσα από τα μιτάρια και τα χτένια και κατέληγαν στο αντί, που ήταν μπροστά στην υφάντρα και λεγόταν σχιστάνι. Τούτο το έλεγαν έτσι, γιατί φέρει σχίσιμο στη μέση ώστε να περνάει το ύφασμα.

Τα μιτάρια ήταν δικτυωτά πλέγματα νημάτων, σε σχήμα 8. Ήταν στερεωμένα τα νήματα σε δυο λεπτές σανίδες, που είχαν σταθερή θέση. Λέγονται μιτάρια, γιατί το νήμα λέγεται και μίτος (βλ. Μίτος της Αριάδνης, Θησέας, Λαβύρινθος - από τη μυθολογία). Από εκεί οι κλωστές πήγαιναν στα καρούλια ή καρέλια, στην οροφή του αργαλειού. Αυτά κρέμονταν κι είχαν την ικανότητα με τις πατήθρες ή ποδαρίτσες, που κρέμονται απ’ αυτά, να μετακινούνται οι κύκλοι του 8, πότε πάνω και πότε κάτω. Οι πατήθρες πατιόνται όταν ήθελε η υφάντρα να μετακινήσει τις δυο επιφάνειες των νημάτων. Στη συνέχεια οι κλωστές περνάνε μάσα από τα χτένια. Και αυτά ήταν φτιαγμένα από μικρά τεμάχια καλαμιού ή σύρματος, που ήταν στερεωμένα σε 2 παράλληλα τεμάχια σανιδιών.

Το άνοιγμα που αφήνουν τα καλαμάκια χαρακτήριζε τα χτένια σε:

  1. Δασόχτενα (δασιά υφάσματα - πουκάμισα και σκουτιά)
  2. Ρασόχτενα (για τα ράσα των παπάδων)
  3. Πανόχτενα (για λιόπανα, αντρομίδες, βελέντζες, κιλίμια, κάπες, σαγίσματα) και λοιπά.

Το χτένι μπαίνει σε μια θήκη, που το στερέωνε κι έτσι η υφάντρα το κτύπαγε με όση δύναμη χρειαζόταν για να σφίξει το νήμα. Η θήκη αυτή κρέμεται από την οροφή του αργαλειού. Ανάμεσα λοιπόν στις 2 επιφάνειες των τεντωμένων νημάτων, που ανεβοκατεβαίνουν, χορεύει η σαΐτα, που είναι μακρόστενο ρομβοειδές εργαλείο, με κοιλιά στη μέση, για να μπαίνουν τα μασούρια και τα κουλούκια. Τα μασούρια και τα κουλούκια ήταν μικρά σωληνάκια, που πάνω τους τυλιγόταν το υφάδι.

Φτάσαμε έτσι κοντά στα χέρια της υφάντρας. Μπροστά της έχει στερεωμένο το σχιστάνι. Με σφήνες το περιστρέφει κάθε τόσο και λιγάκι, για να χοντρύνει το βιλάρι. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνταν 3 είδη αργαλειού: ο πλαγιαστός, ο όρθιος και του λάκκου. Ο πλαγιαστός ήταν ο πιο συνηθισμένος. Φτιαγμένος από 4 ξύλα που συνδέονταν χαμηλά με 4 χοντρά σανίδια και με άλλα 4 στην κορυφή τους. Οι γυναίκες έφτιαχναν μ’ αυτόν φουστάνια, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και μπούστα, για τον εαυτό τους. Για τους άνδρες έφτιαχναν παντελόνια, πουκάμισα, βράκες, φανέλες, κάπες και καπότες με τις κουκούλες.

Ο άλλος, εξίσου σημαντικός, τομέας προσφοράς του αργαλειού ήταν τα κλινοσκεπάσματα της οικογένειας. Πολύχρωμες μπατανίες, χράμια, βελέντζες, σαλίσματα, κιλίμια, κουρελούδες, και τσαντίλες. Απ’ αυτά τα είδη, οι βελέντζες και τα σαλίσματα είχανε και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ’ αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα κι έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου. Είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι γίνονταν πιο απαλά στη χρήση τους.

Κύριες πρώτες ύλες το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι. Προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα, κι αυτό βέβαια γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Για να φτάσουν αυτά τα υλικά στον αργαλειό, έπρεπε να προηγηθεί μια μακριά διαδικασία.

ΤΟ ΜΑΛΛΙ: Ήταν και είναι η σπουδαιότερη πρώτη ύλη. Μ’ αυτό ύφαιναν σε όλη την Ελλάδα κιλίμια για το πάτωμα, μπατανίες, χράμια, τορβάδες-σάκους δηλ. για τη μεταφορά τροφίμων ή εργαλείων-κάπες και σκουτιά (μάλλινα κατώτερης ποιότητας). Τα πρόβατα κουρεύονται την άνοιξη. Το μαλλί ζεματίζεται, μετά πλένεται στη βρύση ή στον ποταμό, το στέγνωναν και το λανάριζαν (=έξαιναν). Ύστερα γινόταν η διαλογή. Το πιο καλό βγαίνει από τη ράχη του ζώου. (Οι Σαρακατσαναίοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέχρι και σαράντα λογιών μαλλί). Το μακρύ το έγνεθαν στη ρόκα, το κοντό στην τσικρίκα (είδος διπλής ρόκας).

Ορισμένα είδη (ταγάρια, σακιά ελαιοτριβείου, διάδρομοι) γίνονται από τραγόμαλλο κι έχουν πιο τραχιά υφή. Το γνέμα τυλιγόταν στο αδράχτι, για να καταλήξει τελικά στα σαΐτα του αργαλειού. Ήταν το υφάδι, ενώ το στημόνι (=πολύ γερή κλωστή, που δεν κοβόταν κατά την ύφανση) ήταν το μοναδικό είδος που χρειαζόταν να αγοράσουν οι νοικοκυρές για να υφάνουν.

ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ: Εμφανίζεται στην Ελλάδα τον 2ο αι. Τα 18ο αι. αποτελεί, με τη μορφή νήματος, σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν. Τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τίρναβος, οι Σέρρες και η Αγιά ευημερούσαν χάρη σ’ αυτό. Αφού το ξεκουκίσουν, το κόβουν με το δοξάρι (=εργαλείο σε σχήμα τόξου, με το οποίο ξαίνουν το βαμβάκι και το μαλλί) κι ύστερα το κλώθουν με τη ρόκα και το αδράχτι.

ΤΟ ΛΙΝΑΡΙ: Η συγκομιδή του γινόταν από γυναίκες, με επικεφαλής τη δραγομάνα. Το θέριζαν, όπως το σιτάρι, το έκαναν δεμάτια κι άφηναν το κάθε δεμάτι μέρες μέσα στο νερό για να μαλακώσει πολύ και μετά το πέρναγαν από το μαγκάνι, για να φύγει η εξωτερική φλούδα, να γίνει δηλαδή τέλεια αποφλοίωση. Θέλει υπομονετικό κοπάνισμα, βρόχιασμα (=να φύγουν οι κόμποι), βούρτσισμα, ώσπου να μείνει το καθαρό λινάρι, το σκουλί, που το γνέθουν για να φτιάξουν το ράμμα, δηλ. το λεπτότατο νήμα που περνά από το βελόνι. Η επεξεργασία του είναι πολύπλοκη. Από το χοντρό λινάρι φτιάχνουν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάμισα.

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ: Έρχεται στην Ελλάδα την εποχή του Ιουστινιανού. Ήταν το σπουδαιότερο προϊόν της περιοχής του Αξιού, της Χαλκιδικής, του Πηλίου του θεσσαλικού κάμπου και της Πελοποννήσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα μετάξι είναι «ωμό», δηλ. δε χρειάζεται γνέσιμο. Χρειάζονταν όμως και βαφικές ύλες για να δώσουν χρώμα στις πρώτες ύλες. Ως τα τέλη του 19ου αι., μοναδική ύλη βαφής ήταν τα φυτικά χρώματα, που έμεναν αναλλοίωτα στο ηλιακό φως και στο πλύσιμο και έδιναν λαμπερούς χρωματισμούς. Από το ριζάρι (=φυτό) έβγαζαν οι Αμπελακιώτες το ονομαστό κόκκινο χρώμα. Οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών δίνουν το μαύρο, το λουλάκι το γαλάζιο και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί. Το νήμα πλέον είναι έτοιμο να μπει στον αργαλειό να αρχίσει η ύφανση.

Ο αργαλειός κυριάρχησε στο ελληνικό νοικοκυριό πάνω από 3 χιλιετίες.

Οικιακό Εργαλείο

Ο αργαλειός ως οικιακό εργαλείο είναι αρχαιότατο και αναφέρεται από τον Όμηρο ως ιστός.

Στη Μυθολογία

Η θεά Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την υφαντική τέχνη γι' αυτό ονομαζόταν "Έργάνη Αθηνά".

Στη Παράδοση

"Τιμή μεγάλη και τρανή πουν' ο αργαλειός στο σπίτι...

το κάθε δόντι του αργαλειού αξίζει μαργαρίτι".

Who's Online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 6 επισκέπτες και κανένα μέλος

Go to top